Ο μαέστρος της μουσικής των εικόνων

Ο μαέστρος της μουσικής των εικόνων


«Εγώ, ο Ενιο Μορικόνε, είμαι νεκρός. Αφήνω αυτό το γράμμα για να ανακοινώνω την είδηση σε όλους τους φίλους που ήταν πάντα κοντά μου και επίσης σε εκείνους που είναι λίγο μακριά. Τους χαιρετώ όλους με μεγάλη αγάπη». Έτσι ξεκινά η επιστολή που γράφτηκε από τον μεγάλο μαέστρο, το τελευταίο του σημείωμα, αυτό με το οποίο θέλησε να κάνει γνωστό το θάνατό του. Το έγραψε ενώ νοσηλευόταν - λίγες μέρες πριν. Είχε σπάσει το μηρό του πέφτοντας και οι επιπλοκές της εγχείρησης που ακολούθησε την πτώση τον οδήγησαν στο θάνατο. Ο δικηγόρος της οικογένειας Τζιόρτζιο Ασούμα διάβασε την επιστολή του αντίο του έξω από τη Ιατρική Σχολή της Πανεπιστημιούπολη της Ρώμης. «Υπάρχει μόνο ένας λόγος που με ωθεί να χαιρετήσω όλους σας με αυτό τον τρόπο: είναι γιατί επιθυμώ μια κηδεία ιδιωτική. Δεν θέλω να ενοχλήσω κανέναν» αναφέρει χαρακτηριστικά. Ο Μορικόνε ήταν μέχρι την τελευταία μέρα του πνευματώδης: καταλάβαινε πχ πως δεν υπάρχει στην Ιταλία εκκλησία ικανή να φιλοξενήσει το μεγάλο πλήθος που θα ήθελε να τον αποχαιρετήσει. Ετσι εξέφρασε τη σεβαστή πρόθεσή του να φύγει χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα : μόνος, αλλά με τη σκέψη εκατομμυρίων ανθρώπων να τον συνοδεύουν.

Κλεισμένος στο λαβύρινθο

«Ποιος μουσικός μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά μαέστρος, δηλαδή δάσκαλος;» τον ρώτησαν σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις. «Μαέστρος δεν είναι αυτός που διευθύνει, είναι αυτός που ξέρει το τι ακριβώς θέλει να πει: αυτός που διδάσκει στο πλήθος τη μουσική του. Η διδασκαλία είναι το μυστικό κι όχι η διεύθυνση της ορχήστρας. Δούλεψα με μουσικούς πάνω από τριάντα, ίσως και σαράντα χρόνια. Καταλάβαινα ότι δεν ήταν απαραίτητη η παρουσία μου στη σκηνή, δεν με είχαν ανάγκη για να συντονιστούν. Κανένας τους όμως δεν μπορούσε χωρίς εμένα να αφηγηθεί τη μουσική των εικόνων στο πλήθος». «Όταν συνέθετα για τον κινηματογράφο» έλεγε «από ένα σημείο κι έπειτα, όταν μπορούσα πια να απαιτώ από παραγωγούς και σκηνοθέτες να ακούν τα θέλω μου, σκεφτόμουν τη μουσική, μόνο αφού έβλεπα την ταινία: ήταν οι εικόνες που μου εξηγούσαν ποιο δρόμο πρέπει να πάρω και που να βρω τις κατάλληλες νότες. Για πολύ καιρό ήμουν σαν δυο διαφορετικοί άνθρωποι. Έκανα μια δουλειά για τους σκηνοθέτες και μια για τον εαυτό μου: κάθε φορά που έγραφα μουσική για εικόνες, μόλις τελείωνα έπρεπε να γράψω κάτι για τον εαυτό μου, πριν στις νότες των εικόνων παραδοθώ για πάντα, πριν κλειστώ στον λαβύρινθο τους».

 

Οι συνθέσεις αποδράσεις

Ομολογώ πως είχα μαγευτεί από αυτή την απάντηση που με απλοϊκό και όμορφο τρόπο εξηγεί τι είναι η σύνθεση της μουσικής και ποια η δουλειά του μαέστρου. Στο μυαλό μας συνθέτης είναι ένας άνθρωπος που κάθεται σε ένα πιάνο και γράφει, με την ίδια συγκέντρωση που δείχνει ο ζωγράφος μπροστά στο κάδρο του. Ο Μορικόνε λέει ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο μαέστρος μπαίνει σε ένα λαβύρινθο παράξενων απαιτήσεων – απαιτήσεων κι από τον εαυτό του, αλλά και από την ίδια την ανάγκη μιας δουλειάς. Οι νότες τον βοηθούν να βγει από αυτόν καθώς δεν κάνει άλλο από το να τις ακολουθεί: αυτή η προσπάθειά του να επιστρέψει από τον κόσμο της έμπνευσης στον πραγματικό κόσμο είναι τελικά η ίδια η μουσική του. Στην δική του την περίπτωση το πράγμα ήταν πιο σπάνιο γιατί έγραφε σχεδόν αποκλειστικά για εικόνες: ο δικός του λαβύρινθος ήταν πιο σύνθετος, είχε χρώματα και ανθρώπους, δράση και σιωπές, σκηνοθετικές απαιτήσεις και σεναριακές εκκρεμότητες που ο ίδιος έπρεπε να γεμίσει. Όμως ο Μορικόνε κατάφερνε πάντα να βρει το σωστό δρόμο. Οι συνθέσεις - αποδράσεις του υπήρξαν αριστουργηματικές.

Απολύθηκε σε μια μέρα

Γιατί ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με τον κινηματογράφο, το θέατρο και την τηλεόραση; «Για λόγους βιοποριστικούς» έλεγε πάντα με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Γεννημένος στη Ρώμη πριν από  91 χρόνια, μεγάλωσε κουβαλώντας όλη αυτή την παράξενη ανεμελιά που χαρακτηρίζει τους κατοίκους της ιταλικής πρωτεύουσας που νιώθουν πως ζουν ακόμα σε μια αυτοκρατορία του χθες, χαμένη κομμάτι στο σήμερα. Επαιζε τρομπέτα σε τζαζ κλαμπ με μπάντες φτιαγμένες από φίλους του, έκατσε στο πιάνο στα 25 του και μάλλον από αυτό δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Όταν παντρεύτηκε τη Μαρία κι έκανε γρήγορα το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά του, υποχρεώθηκε να ωριμάσει. Επιασε δουλειά στη RAI ως μουσικός επιμελητής κι απολύθηκε σε μια μέρα (!) χωρίς ποτέ να εξηγήσει το γιατί. Αρχισε να κάνει το μουσικό επιμελητή θεατρικών παραστάσεων, έγραψε τραγούδια που την δεκαετία του 40 έγιναν επιτυχίες από ηθοποιούς όπως ο Ραϊμόντο Βιανέλο, και το 1955, όταν απέκτησε την Αλεξάνδρα, το δεύτερο παιδί του έγραψε το πρώτο του σάουντρακ για την ταινία του Λουσιάνο Σάλτσε «Ιl Federale». Και μετά ήρθαν στη ζωή του ο Σέρτζιο Λεόνε, ο Μπερτολούτσι, ο Ποντεκόρβο, ο Παζολίνι, ο Τορνατόρε, αλλά κι ο Ολιβερ Στόουν, ο Ντε Πάλμα, ο Ταραντίνο για τον οποίο είπε ότι υπήρξε ο πιο εύκολος συνεργάτης του. αφού τον θαύμαζε τόσο πολύ, ώστε τον άφησε να κάνει ό,τι θέλει! Μαζί του κέρδισε και το δεύτερό του ο Οσκαρ για το «The Hateful Eight». Οι Αμερικάνοι του είχαν δώσει ένα ήδη για την καριέρα του το 2007 νομίζοντας πως αυτή ολοκληρώθηκε. Εννέα χρόνια αργότερα τον ξαναβράβευσαν αναγνωρίζοντας ότι βιάστηκαν.     

Παραγγελία και έμπνευση

Ηταν απαιτητικός, δύστροπος, σκληρός. Έγραφε χρησιμοποιώντας δέκα μολύβια γιατί αν κολλούσε ήταν αδύνατο να ξαναβρεί το δρόμο – έτσι έλεγε. Είχε την απαίτηση οι σκηνοθέτες να τον επισκέπτονται και να του διηγούνται το έργο, να του μιλούν για τους χαρακτήρες και να του εξηγούν την ανάγκη της μουσικής: αν δεν τον έπειθαν πως αυτή έχει ρόλο, δεν συνεργαζόταν μαζί τους. Στην Αμερική, όπως έλεγε, ήταν πάντα ταξιδιώτης: δεν απέκτησε σπίτι στο Χόλυγουντ, η Ρώμη ήταν το βασίλειο του. Τις μελωδίες που έγραφε για τον εαυτό του τις παρουσίαζε στον κόσμο όποτε έκρινε ότι αυτό ήταν απαραίτητο: «δεν έχω αυταπάτες, στα κοντσέρτα μου έρχονται για τη μουσική των εικόνων» έλεγε. Πίστευε (και είχε δίκιο) ότι το σάουντρακ είναι μουσική πρόταση – εξέλιξη της συμφωνικής μουσικής, δουλειά δύσκολη, γιατί «βασίζεται σε παραγγελία και όχι σε έμπνευση». Απέδειξε ότι υπάρχουν νότες για όλα: για το πούρο του Κλιντ Ιστγουντ, το βλέμμα του Φιλιπ Νουαρέ, το φουστάνι και τις γόβες της Μπελούτσι στη Μαλένα. Νότες που μόνο αυτός μπορούσε να τις βρει.

Χθες στην Ιταλία συνέβη κάτι παράξενο: σε μια σειρά από χωριά και πόλεις που γυρίστηκαν ταινίες στις οποίες έγραψε μουσική ο Μορικόνε, με την αγγελία του θανάτου του η μουσική του ακούστηκε δημοσίως. είτε από τα δημαρχεία, είτε από τα σχολεία, είτε από τις τοπικές εκκλησίες. Στη Μπαγκέρια στη Σικελία, ο παππάς του χωριού που γυρίστηκε το «Σινεμά ο Παράδεισος» είπε πως ο Μορικόνε δεν έγραψε μουσική για μια ταινία, αλλά αφουγκράστηκε τον ήχο του τόπου στις καρδιές των ανθρώπων. Και τον έμαθε, σαν δάσκαλος, σε όλους.   

Σφυρίζοντας εικόνες

Εγραψε μουσική για πεντακόσιες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, βρήκε δηλαδή πεντακόσιες φορές τον τρόπο και τις νότες να βγει από το λαβύρινθο. Καλοί, κακοί και άσχημοι θα τον θυμόμαστε πάντα. Σφυρίζοντας τους μαγικούς σκοπούς που φέρνουν στο μυαλό εικόνες, που ο μαέστρος μας γνώρισε…